ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
«Δεν είναι μνήμα" ο κόσμος είναι ο τελειωμένος,
που χάσκει ολαδειανός και κατρακυλισμένος
και στερνοδείχνεται σ'; εσάς, τριπλή λατρεία,
σ'; εσάς, Μαγδαληνή, Σαλώμη, εσύ, ω Μαρία!
Απ'; τη δική σας την αφάνταστη ευτυχία
δώστε της γης, κάθε ψυχής και κάθε ανθρώπου
κάθε λαού, κάθε πατρίδας, κάθε τόπου!
Της συμφοράς άμποτε τ'; άσειστο λιθάρι
να το κυλάει ενός χιονάτου αγγέλου η χάρη,
και τα τρανά νεκρά και τα νεκρά τα ωραία
να παίρνουν μια ζωή για πάντα νέα!»
(«Χαιρετισμός Αναστάσιμος»)
«Στο στόμα ως έχουν το φιλί του Πάσχα, όλοι, μεγάλοι, μικροί
δείξε φιλί αναστάσιμο και στην Ελλάδα πάλι, Λαμπρή,
πρόσταξε του όκνου οι δαίμονες να πέσουν και του μίσους νεκροί,
στήσε μας της θυσίας βωμούς και της Αγάπης Κροίσους, Λαμπρή,
από λατρείες παλιές και νέες άναψε Υμέναιον ένα, Λαμπρή,
για μιαν απίστευτη στο θάμα των Ελλήνων γέννα, μπορεί...»
(«Λαμπρή»)
«Παραμερίστε, Απόλλωνε και Πάνες,
με συνεπαίρνει η χριστιανική οπτασία
στη μεσονύχτια τη φωτοχυσία
φερμένη από χαρμόσυνες καμπάνες...»
(«Δεκατετράστιχα» αριθμ. 12)
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
Η ημέρα της Λαμπρής
Καθαρότατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ὕστερο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ’ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη?
καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ’ ἀέρι,
ποῦ λὲς καὶ λέει μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:
«Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα».
Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροὶ μεγάλοι, ἑτοιμαστεῖτε?
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτεῖτε?
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς Ἁγίους καὶ φιληθεῖτε?
φιληθεῖτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
πέστε «Χριστὸς ἀνέστη» ἐχθροὶ καὶ φίλοι.
Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες?
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες?
λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες?
κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ’ τ’ ἁγιοκέρι
ὀποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ στὸ χέρι.












